Διαφ/ση

Βασικά στοιχεία ανατομίας του θώρακα, της καρδιάς και των στεφανιαίων αρτηριών





Θώρακας, καρδιά και πνεύμονες: γενικά στοιχεία 

Ανατομία του θωρακικού τοιχώματος (συνοπτικά)

Ο σκελετός του θώρακα (θωρακικός κλωβός) σχηματίζεται προς τα πίσω από τη σπονδυλική στήλη, και συγκεκριμένα τους 12 θωρακικούς σπονδύλους (thoracic vertebrae) στα πλάγια από τις πλευρές (ribs), που είναι 12 ζεύγη, και μπροστά από το στέρνο (sternum) και τους πλευρικούς χόνδρους (costal cartilages). Από πάνω η είσοδος του θώρακα επικοινωνεί με τη ρίζα του τραχήλου ενώ στο κάτω μέρος του ο θώρακας χωρίζεται από την κοιλότητα της κοιλίας με το διάφραγμα.
 Οι πλευρές προς τα πίσω αρθρώνονται με τα σώματα και τις εγκάρσιες αποφύσεις των θωρακικών σπονδύλων. Μπροστά οι πρώτες επτά πλευρές αρθρώνονται με το στέρνο μέσω των πλευρικών τους χόνδρων, ενώ οι πλευρικοί χόνδροι της 8ης, 9ης και 10ης πλευράς δεν αρθρώνονται απευθείας στο στέρνο, αλλά αρθρώνονται ο καθένας με τον χόνδρο της προς τα άνω πλευράς. Η 11η και η 12η πλευρά έχουν ελεύθερο το πρόσθιο άκρο τους (αρθρώνονται μόνο με τη σπονδυλική στήλη). Οι πλευρές εκτός από την προστασία που παρέχουν στα όργανα της θωρακικής κοιλότητας (πνεύμονες και καρδιά), επειδή ο πλευρικός κλωβός φθάνει σε έκταση χαμηλότερα από το διάφραγμα, προσφέρουν επίσης προστασία και για κάποια από τα ανώτερα (από πλευράς θέσης) όργανα της κοιλιάς: Συγκεκριμένα, δεξιά το ήπαρ και τη χοληδόχο κύστη, αριστερά τμήμα του στομάχου και τον σπλήνα και αμφοτεροπλεύρως τα επινεφρίδια και τους άνω πόλους των νεφρών.
Χρήσιμο ψηλαφητό οδηγό σημείο στην πρόσθια επιφάνεια του θώρακα είναι η στερνική γωνία του Louis, που είναι η περιοχή σύνδεσης της λαβής του στέρνου με το σώμα του, ενώ παράλληλα βρίσκεται στο ύψος της άρθρωσης με το στέρνο του χόνδρου της δεξιάς και αριστερής 2ης πλευράς. Επίσης το οριζόντιο (εγκάρσιο) επίπεδο που περνάει από τη στερνική γωνία του Louis θεωρείται ως το όριο μεταξύ του ανώτερου και του κατώτερου μεσοθωρακίου.
Οι μύες του θώρακα, μαζί με το σκελετό του, αποτελούν μέρη του θωρακικού τοιχώματος. Οι μύες του θώρακα περιλαμβάνουν μερικούς πιο επιφανειακούς μύες στον πρόσθιο θώρακα που συμμετέχουν στις κινήσεις του άνω άκρου, όπως ο μείζον και ο έλασσον θωρακικός, μύες που κινούν την ωμοπλάτη όπως  ο πρόσθιος οδοντωτός μυς και μύες που βρίσκονται στο βάθος όπως οι μεσοπλεύριοι μύες και ο εγκάρσιος θωρακικός μυς. Οι μεσοπλεύριοι μύες όταν συσπώνται προκαλούν ανύψωση των πλευρών, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της εγκάρσιας και προσθιοπίσθιας διαμέτρου της θωρακικής κοιλότητας κατά την εισπνοή. Κάθε ένα από τα ένδεκα μεσοπλεύρια διαστήματα καταλαμβάνεται από τρία στρώματα μεσοπλεύριων μυών (τον έξω μεσοπλεύριο, τον έσω μεσοπλεύριο, και τον υποπλεύριο ή εσώτατο μεσοπλεύριο μυ) Οι μεσοπλεύριοι μύες δέχονται νεύρωση από τα αντίστοιχα μεσοπλεύρια νεύρα.
Στο οπίσθιο τοίχωμα του θώρακα εκτός από τους μεσοπλεύριους μύες (που καταλαμβάνουν τα μεσοπλεύρια διαστήματα, τόσο στο πρόσθιο όσο και στο πλάγιο και οπίσθιο θωρακικό τοίχωμα), υπάρχουν επίσης και μύες που συνδέουν τις αποφύσεις των σπονδύλων με τις πλευρές όπως τα 12 ζεύγη ανελκτήρων των πλευρών, ο άνω οπίσθιος οδοντωτός και ο κάτω οπίσθιος οδοντωτός μυς, μύες που βρίσκονται εκατέρωθεν των ακανθωδών αποφύσεων των σπονδύλων, όπως ο ανελκτήρας της σπονδυλικής στήλης (δεξιός και αριστερός) και πιο επιφανειακοί μύες όπως ο μείζων ρομβοειδής και ο τραπεζοειδής μυς.

Ανατομία των ενδοθωρακικών οργάνων 

Ο θώρακας εσωτερικά αποτελείται από δύο πλευρικές κοιλότητες που αφορίζονται από τον τοιχωματικό υπεζωκότα και περιέχουν η καθεμία τον σύστοιχο πνεύμονα και μία κεντρική κοιλότητα που λέγεται μεσοθωράκιο, αφορίζεται στα πλάγια εκατέρωθεν από το μεσοθωρακικό υπεζωκότα και περιέχει την καρδιά, τα μεγάλα αγγεία, την τραχεία, τον οισοφάγο και το θωρακικό πόρο.

Ανατομία και κατασκευή της καρδιάς (αδρά)

Η καρδιά, ευρισκόμενη στο μεσοθωράκιο, περιβάλλεται από τα πλάγια από τους πνεύμονες. Η καρδιά του ενηλίκου έχει βάρος περίπου 200-300 gr και κατά τη διάρκεια της ζωής αντλεί περίπου 200-300 εκατομμύρια λίτρα αίματος. Η καρδιά αποτελείται από μέσα προς τα έξω από 3 στρώματα, το ενδοκάρδιο το μυοκάρδιο και το επικάρδιο και περιβάλλεται από έναν ινομεμβρανώδη σάκο, το περικάρδιο. Το ενδοκάρδιο (endocardium) αποτελείται εσωτερικά από μία στιβάδα πλακώδους επιθηλίου (squamous epithelium) και εξωτερικά από μία λεπτή στιβάδα ινώδους ιστού. Το ενδοκάρδιο καλύπτει την εσωτερική επιφάνεια των καρδιακών κοιλοτήτων και των βαλβίδων.
Το μυοκάρδιο (myocardium) αποτελείται από μυοκαρδιακά κύτταρα που είναι επιμήκη διακλαδιζόμενα κύτταρα που έχουν έναν, ή κάποτε δύο, πυρήνες στο κέντρο.  Τα μυοκαρδιακά κύτταρα περιέχουν πρωτεϊνικά ινίδια ακτίνης και μυοσίνης (actin and myosin myofilaments) που είναι οργανωμένα σε δομές που λέγονται σαρκομερίδια (sarcomeres) τα οποία ενώνονται σε σειρά σχηματίζοντας μυϊκά ινίδια (myofibrils). 
Το περικάρδιο (pericardium) αποτελείται από δύο σάκους , το ινώδες περικάρδιο (fibrous pericardium) εξωτερικά που αποτελείται από ινώδη ιστό και το ορώδες περικάρδιο (serous pericardium) εσωτερικά. Το ορώδες περικάρδιο είναι ένας ορογόνος υμένας (μεμβράνη). To ινώδες περικάρδιο είναι σχετικά ανελαστικό και εμποδίζει την υπερβολική διάταση της καρδιάς. Το ορώδες περικάρδιο έχει δύο πέταλα που είναι συνεχόμενα μεταξύ τους επειδή το εξωτερικό πέταλο αναδιπλώνεται στο εσωτερικό. Το εξωτερικό πέταλο του ορώδους περικαρδίου λέγεται τοιχωματικό (parietal) περικάρδιο και καλύπτει από μέσα το σάκο του ινώδους περικαρδίου, ενώ το εσωτερικό πέταλο του ορώδους περικαρδίου λέγεται σπλαγχνικό περικάρδιο ή επικάρδιο (visceral pericardium ή epicardium) και βρίσκεται επάνω στην επιφάνεια της καρδιάς. Η ορώδης μεμβράνη του περικαρδίου αποτελείται από πεπλατυσμένα επιθηλιακά κύτταρα. Μεταξύ των δύο πετάλων του ορώδους περικαρδίου υπάρχει ελάχιστη ποσότητα ορώδους υγρού. Σημειώνεται ότι και ο υπεζωκότας, η μεμβράνη που περιβάλει τους πνεύμονες, μοιάζει με το περικάρδιο στο γεγονός ότι αποτελείται από δύο συνεχόμενα πέταλα , ένα εσωτερικό και ένα εξωτερικό που περικλείουν έναν κλειστό και στενό χώρο.
Η καρδιά εκτός από το ενδοκάρδιο, το μυοκάρδιο και το επικάρδιο, διαθέτει και έναν ινώδη σκελετό που έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε κολλαγόνο και παίζει στηρικτικό ρόλο για τις καρδιακές δομές. Επάνω από τον ινώδη σκελετό βρίσκονται οι κόλποι και οι μεγάλες αρτηρίες (πνευμονική αρτηρία και αορτή), που αποτελούν τη βάση της καρδιάς και κάτω από τον ινώδη σκελετό οι κοιλίες. Ο ινώδης σκελετός έχει 4 στόμια, τα οποία αντιστοιχούν σε ισάριθμες καρδιακές βαλβίδες, που εξυπηρετούν τη μονόδρομη επικοινωνία των κοιλιών με τις μεγάλες αρτηρίες (μηνοειδείς βαλβίδες) και των κόλπων με τις κοιλίες (κολποκοιλιακές βαλβίδες).


Εικόνα (σχέδιο) ανατομίας θώρακα, μεσοθωρακίου, καρδιάς και πνευμόνων
Ανατομία θώρακα -καρδιάς, πνευμόνων και μεγάλων αγγείων (πρόσθια όψη):

1 δεξιά έσω σφαγίτιδα φλέβα, 2 δεξιά κοινή καρωτίδα αρτηρία, 3 αριστερή έξω σφαγίτιδα φλέβα, 4 αριστερό πνευμονογαστρικό νεύρο, 5 δεξιά υποκλείδια αρτηρία, 6 δεξιά υποκλείδια φλέβα, 7 τραχεία, 8 δεξιά βραχιοκεφαλική φλέβα 9 άνω λοβός δεξιού πνεύμονα, 10 άνω κοίλη φλέβα, 11 δεξιά πνευμονική αρτηρία 12 δεξιό φρενικό νεύρο (+ δεξιά περικαρδιοφρενική αρτηρία και φλέβα) 13 αορτή (ανιούσα), 14 οριζόντια μεσολόβια σχισμή 15 δεξιά άνω πνευμονική φλέβα 16 ωτίο δεξιού κόλπου 17 μέσος λοβός του δεξιού πνεύμονα, 18 δεξιά στεφανιαία αρτηρία 19 δεξιά κάτω πνευμονική φλέβα, 20 λοξή μεσολόβια σχισμή δεξιού πνεύμονα, 21 δεξιά κοιλία 22 κάτω λοβός δεξιού πνεύμονα, 23 διάφραγμα 24 αριστερή υποκλείδια αρτηρία 25 αριστερή έσω σφαγίτιδα φλέβα, 26 αριστερή κοινή καρωτίδα αρτηρία, 27 ανώνυμη (βραχιοκεφαλική) αρτηρία, 28 δεξιά βραχιοκεφαλική φλέβα, 29 άνω λοβός αριστερού πνεύμονα, 30 αριστερή πνευμονική αρτηρία, 31 αριστερό φρενικό νεύρο (+ αριστερή περικαρδιοφρενική αρτηρία και φλέβα) 32 στέλεχος της πνευμονικής αρτηρίας 33 ωτίο αριστερού κόλπου 34 αριστερή κάτω πνευμονική φλέβα, 35 πρόσθιος κατιόντας κλάδος της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας 36 αριστερή λοξή μεσολόβια σχισμή 37 αριστερή κοιλία (πρόσθια επιφάνεια), 38 γλωσσίδα του αριστερού πνεύμονα, 39 κάτω λοβός του αριστερού πνεύμονα, 40 καρδιακή εντομή έσω χείλους του αριστερού πνεύμονα.
Eικόνα τροποποιημένη, από Wikipedia org, Patrick J. Lynch, medical illustrator. http://patricklynch.net Yale University Center for Advanced Instructional Media C. Carl Jaffe; MD; cardiologist - Patrick J. Lynch, medical illustrator Creative Commons Attribution 2.5 License2006/ 

Ανατομία των πνευμόνων και των αεραγωγών (τραχεία, βρόγχοι)

Ο υπεζωκότας (pleura) είναι ένας ημιδιαφανής υμένας που αποτελείται από μία μονήρη στιβάδα αποπεπλατυσμένων επιθηλιακών κυττάρων (μεσοθηλιακά κύτταρα) και κάτω από αυτή μία στιβάδα ινώδους ιστού από ίνες κολλαγόνου και ελαστικές ίνες. Διακρίνεται στον τοιχωματικό υπεζωκότα, που καλύπτει την εσωτερική επιφάνεια του θωρακικού τοιχώματος και το διάφραγμα και αφορίζει από τα πλάγια το μεσοθωράκιο και τον σπλαγχνικό υπεζωκότα που καλύπτει τους πνεύμονες. Ουσιαστικά, αυτά τα δύο πέταλα του υπεζωκότα είναι μία ενιαία μεμβράνη αφού ο τοιχωματικός υπεζωκότας ανακάμπτει (συνεχίζεται) στον σπλαγχνικό στη ρίζα του κάθε πνεύμονα (δηλαδή στην περιοχή γύρω από την πνευμονική πύλη). Μεταξύ του τοιχωματικού και του σπλαγχνικού υπεζωκότα σχηματίζεται η υπεζωκοτική κοιλότητα.
Οι πνεύμονες (lungs) αποτελούν τα όργανα της ανταλλαγής των αερίων (οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα) μεταξύ του αίματος και του αέρα και χωρίζονται σε επιμέρους τμήματα, τους λοβούς, από τις μεσολόβιες σχισμές. Ο αριστερός πνεύμονας διαφέρει από τον δεξιό στο γεγονός ότι έχει στο έσω χείλος του μία εντομή, την καρδιακή εντομή (cardiac notch), που βρίσκεται πίσω από τον 5ο και τον 6ο πλευρικό χόνδρο και στο γεγονός ότι έχει δύο λοβούς, ενώ ο δεξιός τρεις. Το κατώτερο όριο των πνευμόνων σε μέση αναπνευστική θέση (μεταξύ της εισπνοής και της εκπνοής) αντιστοιχεί στη μεσοκλειδική γραμμή στην 6η πλευρά, στην μέση μασχαλιαία γραμμή στην 8η πλευρά και στο πίσω μέρος του θώρακα παρά τη σπονδυλική στήλη αντιστοιχεί στη 10η πλευρά. Το κάτω όριο των πνευμόνων έχει κατά τις αναπνευστικές κινήσεις μέγιστη μετατόπιση 5-8 cm (από τη θέση της μέγιστης εκπνοής στη θέση της μέγιστης εισπνοής).
 Η λοξή μεσολόβια σχισμή (oblique fissure)  μπροστά έχει κατεύθυνση από άνω και έξω προς τα κάτω και έσω. Η σχισμή αυτή, στον αριστερό πνεύμονα χωρίζει τον κάτω από τον άνω λοβό και στο δεξιό πνεύμονα τον κάτω από το μέσο λοβό. Μπροστά αντιστοιχεί περίπου στο 5ο μεσοπλεύριο διάστημα (μεταξύ της 5ης και της 6ης πλευράς) ενώ πίσω αντιστοιχεί περίπου στο ύψος του 5ου θωρακικού σπονδύλου και της 5ης πλευράς. Η οριζόντια (εγκάρσια) μεσολόβια σχισμή (horizontal fissure) υπάρχει μόνο στο δεξιό πνεύμονα (χωρίζει τον μέσο από τον άνω λοβό του) και αντιστοιχεί μπροστά περίπου στο κάτω χείλος της 4ης πλευράς.
Η τραχεία είναι ο μεγάλος αεραγωγός μήκους 6-9 cm που φέρει στο τοίχωμά του στηρικτικούς χόνδρινους δακτύλιους σε σχήμα πετάλου (16 έως 20). Το οπίσθιο τοίχωμά της είναι μεμβρανώδες, ακάλυπτο από χόνδρο. Βρίσκεται στη μέση γραμμή και εκτείνεται από τον κρικοειδή χόνδρο του λάρυγγα μέχρι το διχασμό της στο ύψος της στερνικής γωνίας του Louis. (Η στερνική ή λουδοβίκειος γωνία είναι  το σημείο της ένωσης της λαβής με το σώμα του στέρνου και ψηλαφάται ως ένα μικρό έπαρμα, δηλαδή ως ένα μικρό εξόγκωμα). Η τραχεία πορεύεται μπροστά από τον οισοφάγο και πίσω από το αορτικό τόξο. Η διάμετρος της τραχείας είναι περίπου 12-25 mm. Διχάζεται στο δεξιό και τον αριστερό κύριο βρόγχο που ο καθένας εισέρχεται στην πύλη του αντίστοιχου πνεύμονα. Οι δύο κύριοι βρόγχοι διακλαδίζονται άμεσα σε λοβαίους βρόγχους (lobar bronchi), έναν για κάθε λοβό και αυτοί με τη σειρά τους σε μικρότερους βρόγχους, που ο καθένας τροφοδοτεί με αέρα ένα βρογχοπνευμονικό τμήμα. Οι βρόγχοι και οι κλάδοι τους αρδεύονται (παίρνουν αίμα) από τις βρογχικές αρτηρίες, οι οποίες είναι κλάδοι της θωρακικής αορτής. Τα βρογχοπνευμονικά τμήματα (bronchopulmonary segments) είναι περιοχές του πνεύμονα που η καθεμία τροφοδοτείται από έναν τμηματικό κλάδο ενός λοβαίου βρόγχου και ένα τμηματικό κλάδο της πνευμονικής αρτηρίας. Τα βρογχοπνευμονικά τμήματα παίρνουν το όνομά τους από το όνομα του αντίστοιχου τμηματικού βρόγχου. 
Ο δεξιός πνεύμονας έχει τρεις λοβούς (lobes):
1. Ο άνω λοβός που έχει τρία βρογχοπνευμονικά τμήματα (κορυφαίο, πρόσθιο και οπίσθιο).
2. Ο μέσος λοβός έχει δύο τμήματα (έσω και πλάγιο).
3. Ο κάτω λοβός έχει πέντε τμήματα (κορυφαίο τμήμα, έσω βασικό , πλάγιο βασικό, πρόσθιο βασικό και οπίσθιο βασικό).
Ο αριστερός πνεύμονας έχει δύο λοβούς 
1. Ο άνω λοβός έχει  τέσσερα τμήματα ( κορυφοπίσθιο, πρόσθιο, άνω γλωττιδικό και κάτω γλωττιδικό) .
2.  Ο κάτω λοβός έχει τέσσερα τμήματα (κορυφαίο, πρόσθιο βασικό, πλάγιο βασικό, οπίσθιο βασικό )
Οι ενδοπνευμονικοί αεραγωγοί εντός των βρογχοπνευμονικών τμημάτων συνεχίζουν να διαιρούνται σε όλο και μικρότερους αεραγωγούς, μέχρι να καταλήξουν στους κυψελιδικούς ασκούς (alveolar sacs) που αποτελούνται από τις κυψελίδες, στις οποίες γίνεται η ανταλλαγή των αερίων (πρόσληψη του διοξειδίου του άνθρακα από τα γειτονικά τριχοειδή, προκειμένου να αποβληθεί με την εκπνοή και μεταφορά οξυγόνου στα τριχοειδή, ώστε να γίνει η οξυγόνωση του αίματος).


Πιο λεπτομερής περιγραφή της καρδιακής ανατομίας (θέση της καρδιάς, επιφάνειες και εσωτερική ανατομία της καρδιάς) :


Η καρδιά παρομοιάζεται με υποστρόγγυλο κώνο που ο επιμήκης άξονάς του έχει λοξή κατεύθυνση. Η κορυφή της καρδιάς στρέφεται προς τα εμπρός αριστερά και κάτω (βρίσκεται στο πέμπτο μεσοπλεύριο διάστημα στη μεσοκλειδική γραμμή, λίγο κάτω από τη θηλή του μαστού)  και η βάση της προς τα άνω δεξιά και πίσω. Η βάση της καρδιάς βρίσκεται στο ύψος της δεύτερης πλευράς. Το μέγεθός της καρδιάς είναι τουλάχιστον όσο το μέγεθος της γροθιάς του ατόμου στο οποίο ανήκει. Η πρόσθια (στερνοπλευρική) επιφάνεια της καρδιάς σχηματίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τη δεξιά κοιλία, ενώ ο δεξιός κόλπος βρίσκεται προς τα δεξιά και άνω της δεξιάς κοιλίας. Μεταξύ του δεξιού κόλπου και της δεξιάς κοιλίας υπάρχει η δεξιά κολποκοιλιακή αύλακα στην οποία πορεύεται η δεξιά στεφανιαία αρτηρία. Μικρό μέρος της πρόσθιας επιφάνειας της καρδιάς αλλά και η καρδιακή κορυφή σχηματίζεται από την αριστερή κοιλία. Η αριστερή κοιλία βρίσκεται αριστερά και πίσω από τη δεξιά κοιλία και χωρίζεται από αυτή με το μεσοκοιλιακό διάφραγμα). Η πρόσθια μεσοκοιλιακή αύλακα, στην οποία πορεύεται ο πρόσθιος κατιόντας κλάδος της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας, είναι το όριο μεταξύ των δύο κοιλιών στην πρόσθια επιφάνεια της καρδιάς. 
Το στέλεχος της πνευμονικής αρτηρίας (main pulmonary artery) εκφύεται από τη δεξιά κοιλία, μπροστά και αριστερά από την ανιούσα αορτή (η οποία εκφύεται από την αριστερή κοιλία). Το στέλεχος της πνευμονικής αρτηρίας πορεύεται προς τα πίσω, άνω και αριστερά, και διχάζεται στη δεξιά και την αριστερή πνευμονική αρτηρία. Ο διχασμός της πνευμονικής αρτηρίας βρίσκεται πίσω και κάτω από το αορτικό τόξο. Η δεξιά πνευμονική αρτηρία είναι πιο επιμήκης από την αριστερή, πορεύεται προς τα δεξιά πίσω από την ανιούσα αορτή και φθάνει πίσω από την άνω κοίλη φλέβα και μπροστά από το δεξιό κύριο βρόγχο. Σε αυτή τη θέση διχάζεται σε έναν άνω κλάδο για τον άνω λοβό και στον κατιόντα ή διάμεσο κλάδο. Ο τελευταίος χορηγεί τους κλάδους που τροφοδοτούν τα βρογχοπνευμονικά τμήματα του δεξιού μέσου και κάτω λοβού. Η αριστερή πνευμονική αρτηρία πορεύεται πάνω από τον αριστερό κύριο βρόγχο και χορηγεί τους κλάδους για τον άνω και κάτω λοβό του αριστερού πνεύμονα. Από μελέτες με αξονική τομογραφία (αξονική αγγειογραφία) έχουν καθορισθεί τα ανώτερα φυσιολογικά όρια διαμέτρου για το στέλεχος της πνευμονικής αρτηρίας έως 28,5 mm.
Κάθε κόλπος εμφανίζει ένα εκκόλπωμα, το ωτίο. Το δεξιό ωτίο από την πρόσθια άποψη φαίνεται ολόκληρο, ενώ από το αριστερό φαίνεται μόνο η κορυφή. Η οπίσθια επιφάνεια της καρδιάς δηλαδή η βάση της, στο δεξιό μισό καταλαμβάνεται από τον σχεδόν κάθετα φερόμενο δεξιό κόλπο, ενώ στο αριστερό μισό από τον σχεδόν οριζόντια φερόμενο αριστερό κόλπο. Πάνω από τον αριστερό κόλπο διακρίνεται ο διχασμός της πνευμονικής αρτηρίας. Μεταξύ του αριστερού κόλπου και της αριστερής κοιλίας υπάρχει η αριστερή κολποκοιλιακή αύλακα στην οποία πορεύεται ο στεφανιαίος κόλπος (που συλλέγει το φλεβικό αίμα της καρδιάς) και η περισπωμένη στεφανιαία αρτηρία.

Η κάτω (φρενική ή διαφραγματική) επιφάνεια της καρδιάς, που επικάθεται στο διάφραγμα, σχηματίζεται στο μεγαλύτερο μέρος της από την αριστερή κοιλία, η οποία χωρίζεται από τη δεξιά κοιλία από την οπίσθια μεσοκοιλιακή αύλακα, στην οποία πορεύεται ο οπίσθιος κατιών κλάδος της δεξιάς (συνήθως) στεφανιαίας αρτηρίας.
Το δεξιό χείλος της καρδιάς από κάτω προς τα άνω σχηματίζεται από το δεξιό κόλπο και την άνω κοίλη φλέβα (superior vena cava) . Αυτές οι δομές σχηματίζουν και το δεξιό όριο της καρδιακής σκιάς στην προσθιοπίσθια ακτινογραφία θώρακα.
Το αριστερό χείλος της καρδιάς σχηματίζεται από το στέλεχος της πνευμονικής αρτηρίας με τον αριστερό κύριο κλάδο αυτής, τον αριστερό κόλπο και το ωτίο του,  και την αριστερή κοιλία.
Το κάτω χείλος της καρδιάς σχηματίζεται από τη δεξιά κοιλία και την κορυφή της αριστερής κοιλίας.
Ο δεξιός κόλπος  (Right Atrium), η κοιλότητα που υποδέχεται το φλεβικό αίμα της συστηματικής κυκλοφορίας, αφορίζεται από το μεσοκολπικό διάφραγμα (που τον χωρίζει από τον αριστερό κόλπο) και από το ελεύθερο τοίχωμά του. το ελεύθερο τοίχωμα του δεξιού κόλπου έχει ένα οπίσθιο τμήμα με λείο τοίχωμα, στο οποίο εκβάλλουν τα στόμια της άνω και της κάτω κοίλης φλέβας και του στεφανιαίου κόλπου. Επίσης το ελεύθερο τοίχωμα του δεξιού κόλπου έχει ένα μυώδες προσθιοπλάγιο τμήμα και ένα ωτίο (appendage) με σχήμα πυραμίδας, που αποτελεί προσεκβολή του άνω έξω τμήματος του ελεύθερου τοιχώματος του δεξιού κόλπου. 
Το ωτίο του δεξιού κόλπου καλύπτει το αρχικό τμήμα της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας, ενώ προς τα αριστερά γειτνιάζει (βρίσκεται δίπλα) με το δεξιό στεφανιαίο κόλπο της αορτής. Το προσθιοπλάγιο τοίχωμα του δεξιού κόλπου και το εσωτερικό του ωτίου έχει τους κτενιοειδείς μύες (pectinate muscles), που είναι λεπτές μυϊκές ακρολοφίες κάθετες προς το τοίχωμα του κόλπου. και παράλληλες μεταξύ τους. Το τοίχωμα του δεξιού κόλπου ανάμεσα στους κτενιοειδείς μύες είναι πολύ λεπτό και για αυτό το λόγο είναι σχετικά εύκολο να υποστεί διάτρηση από έναν δύσκαμπτο καθετήρα.
Το λειοτοιχωματικό οπίσθιο τοίχωμα του δεξιού κόλπου χωρίζεται από το προσθιοπλάγιο τοίχωμά του (λέγεται και έξω τοίχωμα), από μία καθέτως φερόμενη μυϊκή ακρολοφία,σχήματος C που λέγεται τελική ακρολοφία (crista terminalis, ή terminal crest).
Το στόμιο της κάτω κοίλης φλέβας προσθίως φέρει μία βαλβίδα, την ευσταχιανή βαλβίδα (eustachian valve), που έχει μηνοειδές σχήμα (σαν μισοφέγγαρο) και μερικές φορές είναι ευμεγέθης και διάτρητη, παίρνοντας τη μορφή δικτύου (δίκτυο του Chiari). Αντίθετα το στόμιο της άνω κοίλης φλέβας δεν έχει βαλβίδα
Το στόμιο του στεφανιαίου κόλπου, μέσω του οποίου φέρεται στο δεξιό κόλπο το φλεβικό αίμα σχεδόν ολόκληρου του μυοκαρδίου, βρίσκεται αριστερά πίσω και άνω από το στόμιο της κάτω κοίλης.  Αυτό το στόμιο έχει μία μικρή βαλβίδα, τη θιβεσιανή (βαλβίδα του Thebesius) που παρεμποδίζει την παλινδρόμηση αίματος στο στεφανιαίο κόλπο κατά τη συστολή του δεξιού κόλπου. Ένα μικρό μέρος του φλεβικού αίματος του μυοκαρδίου έρχεται στο δεξιό κόλπο μέσω των μικρών στομίων των ελαχίστων και των πρόσθιων καρδιακών φλεβών. 
Το έσω ή διαφραγματικό τοίχωμα του δεξιού κόλπου αντιστοιχεί στη δεξιά επιφάνεια του μεσοκολπικού διαφράγματος (interatrial septum) το οποίο χωρίζει τους δύο κόλπους.  Στο κέντρο του διαφραγματικού τοιχώματος του δεξιού κόλπου βρίσκεται ο ωοειδής βόθρος ή ωοειδές βοθρίο (fossa ovalis), περιοχή όπου το μεσοκολπικό διάφραγμα είναι λεπτότερο. Το χείλος του ωοειδούς βόθρου είναι ελαφρώς επηρμένο (ανασηκωμένο) προς τα άνω και στα πλάγια του και αποκαλείται με την ονομασία δακτύλιος του Vieussens, ή δακτύλιος του ωοειδούς βόθρου (limbus ή limb) , ή σκέλη του ωοειδούς βόθρου. Το έδαφος του βόθρου αποτελείται από τον υμένα ή βαλβίδα, μια ινώδη μεμβράνη που φράσσει το ωοειδές τρήμα (που είναι μία επικοινωνία μεταξύ των δύο κόλπων που υπήρχε στην εμβρυϊκή ζωή). Στην πλειονότητα των ατόμων το ωοειδές τρήμα κλείνει ανατομικά κατά το πρώτο έτος της ζωής με τη συγκόλληση της βαλβίδας με το δακτύλιο του ωοειδούς βόθρου. Ωστόσο, στο 1/3 ή 1/4 των ατόμων η σύγκλειση δεν είναι ανατομική, αλλά λειτουργική. Τότε ο υμένας (βαλβίδα) του ωοειδούς τρήματος δεν είναι ενωμένος με το δακτύλιο, αλλά σκεπάζει και κλείνει στεγανά το άνοιγμα, όταν η πίεση του αριστερού κόλπου είναι μεγαλύτερη από αυτή του δεξιού (γεγονός που φυσιολογικά ισχύει αναφορικά με την πίεση των δύο κόλπων). Αυτό λέγεται ανοικτό ωοειδές τρήμα με βαλβιδική επάρκεια. Σε αυτή την περίπτωση όμως, αν η πίεση του δεξιού κόλπου υπερβεί την πίεση του αριστερού, όπως συμβαίνει σε δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια, ή στη διάρκεια χειρισμού Valsalva, τότε θα υπάρξει διαφυγή αίματος από το δεξιό κόλπο προς τον αριστερό μέσω του ωοειδούς τρήματος. Η σημασία του ανοικτού ωοειδούς τρήματος είναι ότι σε κάποιες περιπτώσεις είναι δυνατόν να περάσουν έμβολα (θρόμβου ή αέρος) μέσω του ωοειδούς τρήματος από τη φλεβική στην αρτηριακή (συστηματική) κυκλοφορία. 
Σε περίπτωση διάτασης κόλπου, μπορεί να διαταθεί και το μεσοκολπικό διάφραγμα με αποτέλεσμα η βαλβίδα ενός ανοικτού ωοειδούς τρήματος να είναι ανεπαρκής, δηλ να μην μπορεί να σκεπάσει πλήρως το άνοιγμα. Τότε θα υπάρχει συνεχώς μικρή διαφυγή αίματος μεταξύ των δύο κόλπων (με κατεύθυνση συνήθως από τα αριστερά προς τα δεξιά, εκτός αν υπάρχουν αυξημένες πιέσεις στο δεξιό κόλπο).
Στο πιο πρόσθιο και κάτω τμήμα του έσω (διαφραγματικού) τοιχώματος του δεξιού κόλπου υπάρχει η κολποκοιλιακή μοίρα του υμενώδους μεσοκοιλιακού διαφράγματος, η οποία σε εκείνη τη θέση χωρίζει το δεξιό κόλπο από την αριστερή κοιλία.
Στο πρόσθιο τοίχωμα του δεξιού κόλπου, προς τα κάτω και αριστερά βρίσκεται το δεξιό κολποκοιλιακό στόμιο, με την τριγλώχινα βαλβίδα.
Ο αριστερός κόλπος (Left Atrium) βρίσκεται κάτω από το διχασμό της τραχείας και μπροστά από τον οισοφάγο και την κατιούσα αορτή. Η κατιούσα αορτή πορεύεται αριστερά και πίσω από τον οισοφάγο. Το τοίχωμα του αριστερού κόλπου είναι ελαφρώς παχύτερο από αυτό του δεξιού κόλπου. Η πρόσθια επιφάνεια του αριστερού κόλπου κρύβεται από την αρχή της αορτής και της πνευμονικής αρτηρίας.
Το οπίσθιο τοίχωμα του αριστερού κόλπου, που είναι λείο, δέχεται τις εκβολές των 4 πνευμονικών φλεβών. Οι πνευμονικές φλέβες (pulmonary veins) εκβάλλουν ανά δύο σε κάθε πλάγιο του οπισθίου άνω τοιχώματος του αριστερού κόλπου. Το ωτίο του αριστερού κόλπου έχει σωληνώδες σχήμα και φέρει κτενιοειδείς μύες, δηλαδή μυϊκές ακρολοφίες παράλληλες μεταξύ τους. Στο διοισοφάγειο υπερηχογράφημα χρειάζεται προσοχή να μην εκληφθούν εσφαλμένα οι κτενιοειδείς μύες ως θρόμβοι. Προς τα πρόσω, το ωτίο του αριστερού κόλπου καλύπτει την αρχική μοίρα της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας και μερικά την αρχή της πνευμονικής αρτηρίας.
Το έσω τοίχωμα του αριστερού κόλπου (μεσοκολπικό διάφραγμα) εμφανίζει στην κεντρική του περιοχή αβαθές εντύπωμα ωοειδούς σχήματος (το οποίο αντιστοιχεί στο ωοειδές βοθρίο).
Η δεξιά κοιλία (Right Ventricle) είναι η πιο πρόσθια καρδιακή κοιλότητα και έχει σχήμα που μοιάζει σχετικά με πυραμίδα. Το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθιας επιφάνειας της καρδιάς, αλλά και του κατώτερου χείλους της σχηματίζεται από τη δεξιά κοιλία. Στην πρόσθια επιφάνεια της καρδιάς, το όριο που τη χωρίζει από την αριστερή κοιλία είναι η πρόσθια μεσοκοιλιακή αύλακα, στην οποία πορεύεται ο πρόσθιος κατιόντας κλάδος της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας. Η δεξιά κοιλία έχει τρία μέρη:
 Το χώρο εισόδου που περιλαμβάνει τη βαλβιδική συσκευή της τριγλώχινας (τρεις γλωχίνες, τενόντιες χορδές και θηλοειδείς μύες) 
Το δοκιδώδες τμήμα και 
Το χώρο εξόδου (υποπνευμονικό τμήμα, ή κώνος της πνευμονικής αρτηρίας).
Χαρακτηριστικά της δεξιάς κοιλίας που τη διακρίνουν από την αριστερή, είναι η ύπαρξη διαφραγματικών τενόντιων χορδών στην κολποκοιλιακή της βαλβίδα, οι πιο έντονη δοκίδωση ιδιαίτερα στην κορυφή και η ύπαρξη της ρυθμιστικής δοκίδας (moderator band) που είναι μία αδρή (παχιά και εμφανής) μυϊκή δοκίδα που πορεύεται λοξά από το μεσοκοιλιακό διάφραγμα στο ελεύθερο τοίχωμα. Επίσης η κολποκοιλιακή και η μηνοειδής βαλβίδα της δεξιάς κοιλίας δεν έχουν ινώδη συνέχεια σε αντίθεση με ότι ισχύει για την αριστερή κοιλία. Η δεξιά κοιλία είναι κοιλότητα με λεπτό τοίχωμα (συνήθως πάχους περίπου 3 mm και πάντως < από 5 mm) που προωθεί το αίμα στην πνευμονική κυκλοφορία, η οποία είναι μία κυκλοφορία χαμηλών πιέσεων.
Η αριστερή κοιλία βρίσκεται προς τα πίσω και αριστερά της δεξιάς και είναι κωνικού σχήματος και μεγαλύτερη σε διαστάσεις με παχύτερα τοιχώματα (φυσιολογικό πάχος 6-11 mm) και πιο λεία εσωτερική επιφάνεια, με λιγότερο εμφανή δοκίδωση σε σύγκριση με τη δεξιά κοιλία. Η αριστερή κοιλία καταλαμβάνει μικρό επίμηκες τμήμα της πρόσθιας επιφάνειας της καρδιάς, όλη την αριστερή (πλάγια) επιφάνεια και περισσότερο από το ήμισυ της διαφραγματικής (κατώτερης) επιφάνειας της καρδιάς. Προωθεί οξυγονωμένο αίμα στην αορτή, και μέσω αυτής σε όλες τις αρτηρίες της συστηματικής κυκλοφορίας. Οι δύο κοιλίες χωρίζονται από το μεσοκοιλιακό διάφραγμα (interventricular septum), που έχει σχήμα τριγωνικό (με την κορυφή του να αντιστοιχεί προς την κορυφή των κοιλιών ) και πορεύεται λοξά από πίσω και δεξιά προς τα πρόσω και αριστερά. Η αριστερή επιφάνεια του μεσοκοιλιακού διαφράγματος έχει υπόκοιλο σχήμα (ελαφρώς κοίλο), ενώ η δεξιά επιφάνεια υπόκυρτο (ελαφρώς κυρτό). Σε τομές κατά το βραχύ άξονα η αριστερή κοιλία φυσιολογικά έχει κυκλικό σχήμα ενώ η δεξιά κοιλία μηνοειδές (ημισεληνοειδές). Η αριστερή κοιλία περιλαμβάνει το χώρο εισόδου (η περιοχή από τους θηλοειδείς μύες μέχρι το δακτύλιο της μιτροειδούς), την κορυφή που έχει λεπτή δοκίδωση και το χώρο εξόδου. Ο χώρος εξόδου χωρίζεται από το χώρο εισόδου από την πρόσθια γλωχίνα της μιτροειδούς βαλβίδας. Η πρόσθια γλωχίνα της μιτροειδούς βαλβίδας βρίσκεται σε άμεση επαφή μέσω του δακτυλίου της με το δακτύλιο της αορτικής βαλβίδας στην περιοχή της αριστερής και της οπίσθιας πτυχής. Η μιτροειδής βαλβίδα έχει δύο πτυχές, την πρόσθια και την οπίσθια.

Ανατομία των στεφανιαίων αρτηριών  

Οι στεφανιαίες αρτηρίες (η αριστερή είναι μεγαλύτερη από τη δεξιά) αποτελούν τους μοναδικούς κλάδους της ανιούσας αορτής και εκφύονται από το δεξιό και τον αριστερό στεφανιαίο κόλπο αμέσως πάνω από τις προσφύσεις των πτυχών της αορτικής βαλβίδας στο τοίχωμα της αορτής.
Το στέλεχος της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας συνήθως εκφύεται από το πρόσθιο μέρος του αριστερού στεφανιαίου κόλπου. Έχει διάμετρο 5-10 mm και το μήκος του ποικίλλει, αλλά συνήθως είναι < 4 cm. Στο άπω τμήμα του διχάζεται στον πρόσθιο κατιόντα κλάδο και την περισπωμένη αρτηρία. Σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζει τριχασμό. Τότε εκτός από τους δύο παραπάνω κλάδους, χορηγεί και έναν διάμεσο κλάδο (ramus intermedius). Ο πρόσθιος κατιόντας κλάδος πορεύεται αρχικά πίσω από την πνευμονική αρτηρία και συνεχίζει προς τα πρόσω μεταξύ της πνευμονικής αρτηρίας και του ωτίου του αριστερού κόλπου (left auricula), μέχρι να συναντήσει την πρόσθια μεσοκοιλιακή αύλακα (anterior interventricular groove). Στη συνέχεια ακολουθεί μία πορεία στην πρόσθια μεσοκοιλιακή αύλακα, που αντιστοιχεί στο επίπεδο του μεσοκοιλιακού διαφράγματος, πορευόμενος μέχρι την κορυφή της αριστερής κοιλίας και συνήθως το περιφερικό τμήμα του περιβάλλει την κορυφή ερχόμενο κάτω από αυτή. Χορηγεί κλάδους και στις δύο κοιλίες. Οι τελικοί κλάδοι του προσεγγίζουν τους τελικούς κλάδους του οπισθίου κατιόντος κλάδου. Οι διαφραγματικοί κλάδοι (septal perforators) του προσθίου κατιόντα είναι συνήθως μικρά αγγεία ( και σε περίπτωση στένωσής τους δεν αποτελούν στόχο για αγγειοπλαστική ή τοποθέτηση αορτοστεφανιαίου μοσχεύματος). Αιματώνουν το μεσοκοιλιακό διάφραγμα. Οι διαγώνιοι κλάδοι του προσθίου κατιόντα (diagonal vessels) δεν πορεύονται στο επίπεδο του μεσοκοιλιακού διαφράγματος, αλλά πορεύονται προς τα αριστερά στην προσθιοπλάγια επικαρδιακή επιφάνεια της αριστερής κοιλίας.
Η περισπωμένη αρτηρία (left circumflex coronary artery -LCX) πορεύεται στην αριστερή κολποκοιλιακή αύλακα αρχικά με κατεύθυνση προς τα αριστερά και στη συνέχει μόλις ανακάμψει στο αριστερό χείλος της πρόσθιας καρδιακής επιφάνειας συνεχίζει την πορεία της στην αριστερή κολποκοιλιακή αύλακα με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά μέχρι να φθάσει σχεδόν την οπίσθια μεσοκοιλιακή αύλακα. Οι τελικοί κλάδοι της περισπωμένης αρτηρίας προσεγγίζουν αυτούς του οπισθοπλάγιου κλάδου της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας. Η περισπωμένη αρτηρία χορηγεί κλάδους στον αριστερό κόλπο και την αριστερή κοιλία.  Αν είναι επικρατούσα (στο 7% των περιπτώσεων) τότε χορηγεί και τον οπίσθιο κατιόντα κλάδο που πορεύεται στην οπίσθια μεσοκοιλιακή αύλακα. Η περισπωμένη αρτηρία χορηγεί τους αμβλείς επιχείλιους κλάδους (obtuse marginal branches) που πορεύονται στην πλάγια επικαρδιακή επιφάνεια της αριστερής κοιλίας και αιματώνουν το πλάγιο τοίχωμα αυτής.

Η δεξιά στεφανιαία αρτηρία (Right Coronary Artery) ξεκινά από το δεξιό (πρόσθιο) στεφανιαίο κόλπο και πορεύεται στην αρχή μεταξύ του ωτίου του δεξιού κόλπου και του κώνου της πνευμονικής αρτηρίας και στη συνέχεια στη δεξιά κολποκοιλιακή αύλακα, πορευόμενη με κατεύθυνση από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στη συνέχεια πορεύεται στη διαφραγματική (κάτω) επιφάνεια της καρδιάς με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά μέχρι να φθάσει στην οπίσθια μεσοκοιλιακή αύλακα, όπoυ (αν είναι επικρατής) συνεχίζει στον οπίσθιο κατιόντα κλάδο που πορεύεται σε αυτή την αύλακα με κατεύθυνση προς την κορυφή της καρδιάς. Στο εγγύς τμήμα της συχνά χορηγεί κλάδους όπως η αρτηρία του κώνου (conus artery) και η αρτηρία του φλεβοκόμβου (sinoatrial nodal artery). Αυτές οι δύο αρτηρίες αρκετά συχνά δεν εκφύονται από τη δεξιά στεφανιαία αρτηρία, αλλά από ξεχωριστό στόμιο στο δεξιό στεφανιαίο κόλπο. Επίσης η δεξιά στεφανιαία αρτηρία χορηγεί τους οξείς επιχείλιους κλάδους (acute marginal branches) που πορεύονται στην επικαρδιακή επιφάνεια της δεξιάς κοιλίας στο όριο του δεξιού χείλους της πρόσθιας επιφάνειας της δεξιάς κοιλίας. Οι οξείς επιχείλιοι κλάδοι (ένας μεγάλος ή περισσότεροι) χορηγούν κλάδους στην πρόσθια και την οπίσθια επιφάνεια της δεξιάς κοιλίας. Στο περιφερικό τμήμα της η δεξιά στεφανιαία αρτηρία συνήθως διχάζεται σε δύο κλάδους, τον οπίσθιο κατιόντα (posterior descending artery) και τον οπισθοπλάγιο κλάδο ( posterolateral branch) που βρίσκονται στην κάτω επιφάνεια της αριστερής κοιλίας Η δεξιά στεφανιαία αρτηρία αιματώνει το δεξιό κόλπο, τη δεξιά κοιλία και το κατώτερο τοίχωμα της αριστερής κοιλίας (που βρίσκεται κοντά στην οπίσθια μεσοκοιλιακή αύλακα). Η δεξιά στεφανιαία αρτηρία είναι επικρατής (dominant) όταν χορηγεί τον οπίσθιο κατιόντα κλάδο (στο 86% των περιπτώσεων). Η περισπωμένη χορηγεί τον οπίσθιο κατιόντα περίπου στο 7% των περιπτώσεων και τότε αυτή λέγεται επικρατής, ενώ ισοεπικράτεια (codominance) υπάρχει όταν και οι δύο αρτηρίες χορηγούν οπίσθιο κατιόντα κλάδο (περίπου 7% των περιπτώσεων). Η διάκριση αυτή έχει ανατομική μόνο σημασία, ενώ δεν έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Σύνδεσμος:Βιβλίο Καρδιολογίας-Περιεχόμενα



Βιβλιογραφία


Ε. Μπιλιαρά, Κ. Στριγγάρης, Θ. Βραχλιώτης Βασική ανατομία καρδίας με μαγνητική τομογραφία. Ελληνική Ακτινολογία 2013.Τόμος 44:13-25. 

Θεόφιλος Κωλέττης. Παθοφυσιολογία της καρδιάς (βιβλίο). 
ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Παθοφυσιολογία της καρδιάς-Θ Κωλέττης

Κούρτα Χρυσή. Ανατομία της Καρδιάς στο Πτυχιακή Εργασία: Στεφανιαία παράκαμψη της καρδιάς και νοσηλευτικές παρεμβάσεις σελ 5-21 ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ http://apothetirio.teiep.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/5585/%CE%9A%CE%BF%CF%8D%CF%81%CF%84%CE%B1%20%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE_%20%CE%A3%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CE%AF%CE%B1%20%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%88%CE%B7%20...pdf?sequence=1


Παθήσεις του υπεζωκότα (ethorax.gr) ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ http://www.ethorax.gr/assets/files/books/patakas/19.pdf