Διαφ/ση

Περιφερική αρτηριοπάθεια κάτω άκρων (Peripheral arterial disease -PAD)

Πρόκειται για νόσο στην οποία υπάρχει σημαντική στένωση ή απόφραξη στην αορτή ή στις αρτηρίες των κάτω άκρων. Η νόσος εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στην έκτη και την έβδομη δεκαετία της ζωής.  Η συχνότερη αιτία σε ασθενείς > 40 ετών είναι η αθηρωμάτωση. Άλλες λιγότερο συχνές αιτίες είναι η θρόμβωση, η εμβολή, η αγγειίτιδα, η ινομυώδης δυσπλασία, η κυστική εκφύλιση του αγγειακού τοιχώματος, η παγίδευση αρτηρίας (entrapment), και ο τραυματισμός.
Η αθηρωμάτωση, που είναι η πιο συχνή αιτία περιφερικής αρτηριακής νόσου, είναι μία συστηματική παθολογική κατάσταση που συχνά προσβάλλει παράλληλα πολλαπλά αρτηριακά δίκτυα.
Όπως και στην περίπτωση της αθηρωματικής νόσου της στεφανιαίας και της εγκεφαλικής κυκλοφορίας, έτσι και στην περίπτωση της περιφερικής αρτηριοπάθειας των κάτω άκρων αθηρωματικής αιτιολογίας, προδιαθεσικοί παράγοντες είναι οι παρακάτω:
Το κάπνισμα (τριπλασιάζει τα ποσοστά κινδύνου για περιφερική αρτηριοπάθεια)
Ο σακχαρώδης διαβήτης (Οι πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ έχουν τετραπλάσια ποσοστά κινδύνου για περιφερική αρτηριοπάθεια και διπλάσια ποσοστά κινδύνου για στεφανιαία νόσο, ή ισχαιμικό ΑΕΕ . Ο κίνδυνος για περιφερική αρτηριοπάθεια αυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι  η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη).
Η αρτηριακή υπέρταση
Η αυξημένη ολική χοληστερόλη και LDL χοληστερόλη. (προδιαθέτει για στεφανιαία νόσο, εγκεφαλική αγγειακή νόσο ή περιφερική αρτηριοπάθεια).
 Τα χαμηλά επίπεδα HDL χοληστερόλης σε συνδυασμό με αυξημένα τριγλυκερίδια
 Τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης
 6) Η αυξημένη CRP (αποτελεί δείκτη φλεγμονής και έχει συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο για στεφανιαίο επεισόδιο και για περιφερική αρτηριοπάθεια).


Ανατομία των αρτηριών των κάτω άκρων

Η κοιλιακή αορτή στο περιφερικό άκρο της διχάζεται στο ύψος του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου στις δύο κοινές λαγόνιες αρτηρίες (ενώ σαν υποτυπώδης συνέχειά της φέρεται προς τα κάτω η μέση ιερή αρτηρία). Κάθε κοινή λαγόνια αρτηρία διχάζεται σε δύο κλάδους την έσω και την έξω λαγόνια αρτηρία. Η έσω λαγόνια αρτηρία εισέρχεται στην ελάσσονα πύελο και αποτελεί τη μοναδική αρτηρία που αιματώνει τα σπλάγχνα της. Διαιρείται σε ένα πρόσθιο και ένα οπίσθιο στέλεχος, τα οποία χορηγούν τοιχωματικούς κλάδους για τους μύες και τα τοιχώματα της πυέλου και σπλαγχνικούς κλάδους, που αιματώνουν τα σπλάγχνα της πυέλου. Η έξω λαγόνια αρτηρία κατευθύνεται προς το μηρό και περνώντας κάτω από το βουβωνικό σύνδεσμο συνεχίζει στη μηριαία αρτηρία. Η έξω λαγόνια αρτηρία αιματώνει όλο το κάτω άκρο (μέσω της συνέχειάς της στη μηριαία αρτηρία), ενώ επιπλέον, μικροί κλάδοι της αιματώνουν το πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα και τα έξω γεννητικά όργανα. Η μηριαία αρτηρία πορεύεται μέσω του αγγειακού χώρου του μηρού που σχηματίζεται μεταξύ του βουβωνικού συνδέσμου και της περιτονίας του κτενίτη μυ. Στον αγγειακό χώρο , επί τα εντός της αρτηρίας πορεύονται η μηριαία φλέβα και λεμφαγγεία. Η μηριαία αρτηρία φέρεται αρχικά στο μηριαίο τρίγωνο όπου καλύπτεται από τη μηριαία περιτονία και μετά από το ραπτικό μυ και στη συνέχεια πορεύεται στην αύλακα μεταξύ του έσω πλατύ και των προσαγωγών μυών και τελικά συνεχίζει στην ιγνυακή χώρα, ως ιγνυακή αρτηρία. Η μηριαία αρτηρία χορηγεί τους παρακάτω κλάδους: επιπολείς κλάδους (όπως η επιπολής κάτω επιγάστρια αρτηρία, η επιπολής περισπωμένη λαγόνια και η έξω αιδοιϊκή αρτηρία) και έναν εν τω βάθει κλάδο, που είναι η εν τω βάθει μηριαία αρτηρία. Από τους κλάδους της εν τω βάθει μηριαίας αιματώνονται οι μύες του μηρού και το μηριαίο οστό. Η συνέχεια της  μηριαίας αρτηρίας, μετά την έκφυση της εν τω βάθει μηριαίας, λέγεται επιπολής μηριαία, η οποία πορεύεται μέχρι τον ιγνυακό βόθρο όπου συνεχίζει στην ιγνυακή αρτηρία. Η ιγνυακή αρτηρία διαμέσου του τρήματος του μεγάλου προσαγωγού εισέρχεται στον ιγνυακό βόθρο ως συνέχεια της μηριαίας αρτηρίας. Στον ιγνυακό βόθρο πορεύονται κατά σειρά από έξω και πίσω προς τα έσω και εμπρός το κνημιαίο νεύρο, η ιγνυακή φλέβα και η ιγνυακή αρτηρία. Η ιγνυακή αρτηρία χορηγεί κλάδους για το αρτηριακό δίκτυο του γόνατος και πορεύεται προς τα κάτω μέχρι το εκφυτικό τενόντιο τόξο του υποκνημίδιου μυός, όπου διαιρείται σε πρόσθια και οπίσθια κνημιαία αρτηρία. Η πρόσθια κνημιαία αρτηρία διαπερνά το μεσόστεο υμένα (που συνδέει την κνήμη μα την περόνη) και έρχεται στην πρόσθια επιφάνεια της κνήμης, όπου πορεύεται μαζί με το εν τω βάθει περονιαίο νεύρο μεταξύ των εκτεινόντων μυών και φθάνει μέχρι τη ράχη του άκρου ποδός, όπου συνεχίζεται ως ραχιαία αρτηρία του άκρου ποδός. Η ραχιαία αρτηρία του ποδός πορεύεται μαζί με το περονιαίο νεύρο επί τα εκτός του τένοντα του μακρού εκτείνοντος το μεγάλο δάκτυλο μυός. Σε αυτή τη θέση (επί τα εκτός του τένοντα του μακρού εκτείνοντος το μεγάλο δάκτυλο) ψηλαφάται ο σφυγμός της. Στην αρχή της η ραχιαία του ποδός χορηγεί την έξω ταρσιαία αρτηρία και πιο κάτω χορηγεί την τοξοειδή αρτηρία που φέρεται σαν τόξο πάνω από τις βάσεις των μεταταρσίων οστών και στη συνέχεια συνδέεται με την έξω ταρσιαία. Επίσης η ραχιαία του ποδός χορηγεί και τον εν τω βάθει πελματιαίο κλάδο που φέρεται στο πέλμα πορευόμενος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου μεταταρσίου. Η τοξοειδής αρτηρία χορηγεί τις ραχιαίες μετατάρσιες αρτηρίες, οι οποίες χορηγούν διατιτρώντες κλάδους και τις ραχιαίες δακτυλικές αρτηρίες. 
Η οπίσθια κνημιαία αρτηρία, που είναι μεγαλύτερη από την πρόσθια, περνάει κάτω από το εκφυτικό τενόντιο τόξο του υποκνημιδίου μυός μεταξύ των καμπτήρων μυών, νωρίς στην πορεία της χορηγεί την περονιαία αρτηρία και πορεύεται προς τα κάτω μέχρι την περιοχή πίσω από το έσω σφυρό μαζί με το κνημιαίο νεύρο. Τελικά περνάει στο πέλμα όπου διαιρείται σε έσω και έξω πελματιαία αρτηρία. Η έξω πελματιαία αρτηρία φέρεται προς τα εμπρός κατά μήκος της έξω μοίρας του πέλματος μέχρι τη βάση του 5ου μεταταρσίου οστού, όπου ανακάμπτει τοξοειδώς προς τα έσω και αναστομώνεται με τον εν τω βάθει πελματιαίο κλάδο της ραχιαίας του ποδός, σχηματίζοντας το πελματιαίο αρτηριακό τόξο. Το πελματιαίο τόξο χορηγεί διατιτρώσες αρτηρίες που αναστομώνονται με τις ραχιαίες μετατάρσιες αρτηρίες και τις πελματιαίες μετατάρσιες αρτηρίες, οι οποίες δίνουν τις πελματιαίες δακτυλικές αρτηρίες. Η έσω πελματιαία αρτηρία (ο προς τα έσω τελικός κλάδος της οπίσθιας κνημιαίας αρτηρίας στην περιοχή του πέλματος) πορεύεται κατά μήκος της έσω μοίρας του πέλματος και χορηγεί έναν εν τω βάθει πελματιαίο κλάδο που αναστομώνεται με το πελματιαίο τόξο και έναν επιπολής κλάδο για το μεγάλο δάκτυλο.


Κύριες εκδηλώσεις (συμπτώματα και σημεία) της περιφερικής αρτηριοπάθειας των κάτω άκρων :

Είναι η διαλείπουσα χωλότητα και η κρίσιμη ισχαιμία ενός κάτω άκρου. Διαλείπουσα χωλότητα είναι η εμφάνιση άλγους στη γαστροκνημία (γάμπα) ή και το μηρό μετά από βάδιση ορισμένης απόστασης. Το άλγος αναγκάζει τον ασθενή να διακόψει τη βάδιση για λίγα λεπτά και στη συνέχεια είναι πάλι σε θέση να συνεχίσει τη βάδιση μέχρι ορισμένη απόσταση στην οποία επανεμφανίζεται ο πόνος.. Η χωλότητα προκαλείται από αναστρέψιμη μυϊκή ισχαιμία και γίνεται αισθητή ως μυικές κράμπες, πόνος ή κόπωση στους μύες. Ανάλογα με τη θέση της αρτηριακής στένωσης εντοπίζεται στο  γλουτό και τον μηρό, τη γαστροκνημία (η συχνότερη εντόπιση) ή το άκρο πόδι (σπάνια) και εμφανίζεται μετά από κάποια απόσταση βάδισης επιδεινούμενη σταδιακά, μέχρι τη στιγμή που ο ασθενής πρέπει να σταματήσει λόγω μη ανεκτής δυσφορίας. Η διαλείπουσα χωλότητα μπορεί να εμφανίζεται στο ένα ή και στα δύο κάτω άκρα.
 Η διαλείπουσα χωλότητα στο άκρο πόδι είναι σπάνια και συνήθως οφείλεται σε αποφρακτική θρομβαγγειίτιδα και όχι σε αθηροσκληρυντική περιφερική αρτηριακή νόσο. Τότε εμφανίζεται με τη βάδιση πόνος ή μυϊκή κράμπα στο άκρο πόδι, καθώς επίσης και το μη ειδικό σύμπτωμα των επίμονα κρύων ποδιών τη νύχτα.
Η διαλείπουσα χωλότητα οφείλεται σε ελαττωμένη αιμάτωση ενός κάτω άκρου λόγω αθηρωματικής στένωσης των αρτηριών του και η συχνότητα (επιπολασμός) της στα άτομα
ηλικίας 65-75 ετών είναι περίπου 5-6/ 1000. Αιμοδυναμικά σημαντική στένωση μίας αρτηρίας του κάτω άκρου είναι η στένωση κατά 50% ή περισσότερο, επειδή τότε η αιματική ροή σε ηρεμία επαρκεί, αλλά περιορίζεται η δυνατότητα για αύξηση της ροής κατά τη βάδιση.

Πιο σπάνια είναι η σοβαρή οξεία ισχαιμία ενός κάτω άκρου που συμβαίνει σε πολύ σοβαρές στενώσεις των αρτηριών του, με αποτέλεσμα η αιματική ροή στο δέρμα και τον υποδόριο ιστό του άκρου ποδός να είναι ανεπαρκής ακόμη και σε ηρεμία. Η οξεία σοβαρή (κρίσιμη) ισχαιμία προσβάλλει τα περιφερικά τμήματα του άκρου ποδός με εμφάνιση άλγους σε ηρεμία, δερματικών εξελκώσεων, ή γάγγραινας, δηλ νέκρωσης δερματικής περιοχής ή δακτύλου.Το ισχαιμικό (ή νυχτερινό) άλγος ηρεμίας εκδηλώνεται στο πόδι απώτερα των οστών του ταρσού, ή πλησίον ενός ισχαιμικού έλκους ή ενός δακτύλου με γάγγραινα. Υποδηλώνει βαριά αρτηριακή αποφρακτική νόσο με ανεπαρκή αιματική ροή στο άπω τμήμα του άκρου στην ηρεμία. Ο πόνος τυπικά εισβάλλει τη νύχτα όταν ο ασθενής παίρνει οριζόντια θέση (οπότε η βαρύτητα παύει να υποβοηθά την αρτηριακή ροή). Ο πόνος μπορεί να είναι τόσο έντονος ώστε να μην υποχωρεί ακόμη και με ικανές δόσεις ναρκωτικών αναλγητικών.

Ο σφυροβραχιόνιος δείκτης ή κνημοβραχιόνιος δείκτης

Για τη διάγνωση και την εκτίμηση της βαρύτητας της περιφερικής αρτηριοπάθειας χρησιμοποιείται ο σφυροβραχιόνιος δείκτης (ΣΒΔ) που αποτελεί το λόγο της συστολικής αρτηριακής πίεσης στο σφυρό δια τη συστολική πίεση στο βραχίονα. Φυσιολογικά η πίεση στα κάτω άκρα > από την πίεση στα άνω άκρα. Διαγνωστική για περιφερική αρτηριοπάθεια είναι η ανεύρεση ΣΒΔ<0,9 ή η διαπίστωση σε άτομο με φυσιολογικό ΣΒΔ σε ηρεμία, ελάττωσης του ΣΒΔ όταν μετρηθεί μετά από σωματική προσπάθεια.
Ερμηνεία του σφυροβραχιόνιου δείκτη : Φυσιολογικός : μεταξύ 0,9 και 1,3
Μέτρια περιφερική αρτηριοπάθεια : μεταξύ 0,4 και 0,9
Σοβαρή περιφερική αρτηριοπάθεια: ≤ 0,4

Συνυπάρχουσες νοσηρότητες σε ασθενείς με περιφερική αρτηριακή νόσο

Η συνύπαρξη στεφανιαίας νόσου είναι συχνή στους ασθενείς με περιφερική αρτηριοπάθεια, αφού όταν υποβληθούν σε φαρμακευτικό σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου με διπυριδαμόλη διαπιστώνεται σημαντική στεφανιαία νόσος στο 60% των ασθενών. Οι ασθενείς με περιφερική αρτηριοπάθεια έχουν αυξημένη συχνότητα στενώσεων στις καρωτίδες και γενικά αγγειακής εγκεφαλικής νόσου. Επίσης, παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα καρδιαγγειακών επεισοδίων.


Θεραπευτική αντιμετώπιση της περιφερικής αρτηριοπάθειας:

Ενέργειες που ελαττώνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακής θνητότητας και νοσηρότητας (έμφραγμα, ισχαιμικό ΑΕΕ, θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας) και επιβραδύνουν την επιδείνωση της περιφερικής αρτηριακής νόσου:
Διακοπή καπνίσματος και γενικά αντιμετώπιση παραγόντων κινδύνου: η LDL χοληστερόλη πρέπει να διατηρείται <100, ενώ αν διαπιστώνονται ενδείξεις συνυπάρχουσας στεφανιαίας νόσου <70. Η χορήγηση στατίνης αποδεδειγμένα μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων. Η αρτηριακή πίεση ιδανικά να βρίσκεται στα όρια 120-130 για τη συστολική και <85 για τη διαστολική. Πολύ καλές επιλογές αντιϋπερτασικής θεραπείας αποτελούν οι α- ΜΕΑ και οι ανταγωνιστές ασβεστίου. Ο α-ΜΕΑ ραμιπρίλη έδειξε σε μελέτη ελάττωση των καρδιαγγειακών συμβάντων και αύξηση της απόστασης βάδισης. Σε διαβητικούς επιχειρείται καλή αντιδιαβητική θεραπεία με επιθυμητή γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη < 7%.
Χορήγηση αντιαιμοπεταλιακής φαρμακευτικής αγωγής (κλοπιδογρέλη ή ασπιρίνη. Η κλοπιδογρέλη έδειξε στις μελέτες μεγαλύτερη μείωση του ποσοστού καρδιαγγειακών συμβαμάτων από την ασπιρίνη στους πάσχοντες από περιφερική αρτηριοπάθεια).

Ενέργειες που ελαττώνουν τα συμπτώματα της διαλείπουσας χωλότητας και αυξάνουν την απόσταση βάδισης:
Συστηματική άσκηση με βάδιση, στην οποία ο ασθενής βαδίζει με το ρυθμό που του προκαλεί την εμφάνιση των συμπτωμάτων και μέχρι να αναγκαστεί λόγω της χωλότητας να σταματήσει. Ξεκουράζεται μέχρι να υποχωρήσει το σύμπτωμα και εκτελεί επαναλήψεις της ίδιας διαδικασίας. Η διάρκεια της άσκησης πρέπει να είναι μισή έως μία ώρα καθημερινά. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί κυλιόμενος τάπητας. Η άσκηση είναι αναγκαίο να συνεχίζεται καθημερινά για να διατηρηθεί το θεραπευτικό όφελος.

Χορήγηση φαρμάκων.
Το φάρμακο σιλοσταζόλη έχει αγγειοδιασταλτική και αντιαιμοπεταλιακή δράση και έχει δείξει ικανοποιητικά αποτελέσματα στη βελτίωση της ικανότητας βάδισης. Βελτίωση στην ικανότητα βάδισης έχει παρατηρηθεί και με την πεντοξιφυλλίνη, αλλά μετα-ανάλυση έδειξε ότι έχει μικρότερη αποτελεσματικότητα από τη σιλοσταζόλη.
Η σιλοσταζόλη (tab Claudiasil 100 mg/ Cilos 50, 100 mg) έχει ένδειξη σε διαλείπουσα χωλότητα όταν το σύμπτωμα δεν βελτιώνεται με τη συστηματική βάδιση και τη διακοπή του καπνίσματος. Χρησιμοποιείται σε ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα που δεν παρουσιάζουν πόνο ανάπαυσης και δεν έχουν ένδειξη περιφερικής ιστικής νέκρωσης. 
Δοσολογία της σιλοσταζόλης : 50-100 mg δύο φορές την ημέρα. Πρέπει να λαμβάνεται 30 λεπτά πριν το πρωινό και το δείπνο.
Παρενέργειες σιλοσταζόλης: αιμορραγία, ταχυκαρδία.
Αντενδείξεις σιλοσταζόλης: ασταθής στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου, ή στεφανιαία αγγειοπλαστική (PCI) εντός του τελευταίου εξαμήνου, ιστορικό σοβαρής ταχυαρρυθμίας. Η σιλοσταζόλη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων αντιαιμοπεταλιακών ή αντιπηκτικών φαρμάκων (πχ ταυτόχρονα ασπιρίνη και κλοπιδογρέλη).

Πεντοξυφυλλίνη (Tarontal 400 mg): Έχει ένδειξη για τη μείωση των συμπτωμάτων της διαλείπουσας χωλότητας, της οφειλόμενης σε περιφερική αρτηριοπάθεια. Διευκολύνει την κυκλοφορία των ερυθρών αιμοσφαιρίων στα τριχοειδή, βελτιώνοντας τη μικροκυκλοφορία.  Επιπλέον έχει χαλαρωτική δράση στο λείο μυϊκό ιστό των αγγείων και ελαττώνει την ινωδογοναιμία. Η συνήθης δοσολογία είναι 400 mg x 1- 3 φορές ημερησίως, μετά τα γεύματα
Σε ασθενείς με σημαντική νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min, ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χρειάζεται μειωμένη δόση και πάντως όχι περισσότερα από 2 δισκία ημερησίως. Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει με χαμηλή δοσολογία σε υποτασικούς ασθενείς ή σε ασθενείς οι οποίοι βρίσκονται σε ιδιαίτερο κίνδυνο από μια ενδεχόμενη μείωση της πίεσης του αίματος (π.χ. ασθενείς με σοβαρή στεφανιαία νόσο ή προβλήματα εγκεφαλικής κυκλοφορίας). Σε αυτές τις περιπτώσεις η δόση πρέπει να αυξηθεί μόνο σταδιακά. Αντενδείξεις πεντοξυφυλλίνης : οξεία φάση εμφράγματος, σε ασθενείς με σοβαρή αιμορραγία, ή αιμορραγία αμφιβληστροειδούς (κίνδυνος αύξησης της αιμορραγίας). Χρειάζεται προσεκτική παρακολούθηση σε ασθενείς με αυξημένη αιμορραγική προδιάθεση, π.χ λόγω λήψης αντιπηκτικών ή αντιαιμοπεταλιακών φαρμάκων, ή λόγω διαταραχών της πήξης, διότι έχουν αναφερθεί περιστατικά αιμορραγιών.  Παρενέργειες (σπάνιες): ελάττωση αρτηριακής πίεσης, εξάψεις, αιμορραγία, κνίδωση αναφυλακτική αντίδραση, γαστρεντερικές διαταραχές, αύξηση τρανσαμινασών, θρομβοπενία.
Επεμβατική αντιμετώπιση της περιφερικής αρτηριακής νόσου των κάτω άκρων: με αγγειοπλαστική (κατά προτίμηση με τοποθέτηση ενδοαγγειακής πρόθεσης- stent- που βελτιώνει τη βατότητα του αγγείου και ελαττώνει τα ποσοστά επαναστένωσης) ή εγχείρηση παράκαμψης της στένωσης με χρήση παρακαμπτηρίου μοσχεύματος από συνθετικό υλικό ή μείζονα σαφηνή φλέβα:
Οι ενδείξεις της επεμβατικής αντιμετώπισης περιλαμβάνουν την οξεία σοβαρή ισχαιμία του άκρου στην οποία πρέπει άμεσα να γίνεται επέμβαση, τις περιπτώσεις διαλείπουσας χωλότητας στις οποίες υπάρχει επιδείνωση των συμπτωμάτων παρά τη θεραπεία με άσκηση και φάρμακα, ή σοβαρή αναπηρία.

Πρόγνωση της περιφερικής αρτηριοπάθειας των κάτω άκρων

Επηρεάζεται σημαντικά από την παρουσία συνυπάρχουσας νόσου της στεφανιαίας και της εγκεφαλικής κυκλοφορίας. Στεφανιαία νόσο έκδηλη από πλευράς συμπτωματολογίας ή και ευρημάτων στο ΗΚΓ έχει περίπου το 1/3 των ασθενών με συμπτωματική περιφερική αρτηριοπάθεια, ενώ σημαντική στένωση σε στεφανιαίες αρτηρίες κατά τον στεφανιαιογραφικό έλεγχο έχουν περίπου οι μισοί (ή και περισσότεροι) από αυτούς τους ασθενείς. Οι πάσχοντες από περιφερική αρτηριοπάθεια έχουν πενταετή θνητότητα 15–30%, με συχνότερη αιτία θανάτου τη στεφανιαία νόσο. Η πιθανότητα να εμφανίσουν κλινικά έκδηλη στεφανιαία νόσο, ή να πεθάνουν εξαιτίας αυτής είναι μεγαλύτερη από την πιθανότητα της σημαντικής επιδείνωσης των συμπτωμάτων της περιφερικής αρτηριακής νόσου.  Σε μη διαβητικούς ασθενείς με ήπια έως μέτρια διαλείπουσα χωλότητα, η πιθανότητα να παραμείνουν σταθεροί αναφορικά με το σύμπτωμα της χωλότητας είναι 75–80%, ενώ χειρότερη πρόγνωση έχουν οι διαβητικοί και όσοι συνεχίζουν το κάπνισμα. Κρίσιμη ισχαιμία ενός κάτω άκρου (critical limb ischemia) θα εμφανισθεί περίπου στο 2% των ασθενών. Μεταξύ των ασθενών με κρίσιμη ισχαιμία άκρου εντός έτους θα οδηγηθεί σε ακρωτηριασμό περίπου το 25–30%.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ